Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ανεκμετάλλευτος θησαυρός από τα προϊόντα της ελιάς






ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ πρακτικές του ελαιουργείν, τα ζητούμενα σήμερα είναι πολλά: από το πώς να αξιοποιήσουμε με πλήρη τυποποίηση και πιστοποίηση το παραγόμενο ελαιόλαδο μέχρι το πώς να εκμεταλλευθούμε τα παραπροϊόντα ελαιοτρίβισης που σήμερα καταλήγουν σε πλαγιές και παραλίες...

Αν παράλληλα λάβουμε υπόψη μας ότι οι κύριες αιτίες θανάτου στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, τα κακοήθη νεοπλάσματα και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, τότε μπορούμε εύκολα να δούμε το κενό αγοράς που υπάρχει για τα προϊόντα της ελιάς. 

Κενό αγοράς 

Η Ελλάδα είναι η τρίτη σε ποσότητα ελαιοπαραγωγός χώρα της υφηλίου. Είναι ένα δεδομένο που λογικά θα σήμαινε πολλά έσοδα απ' αυτόν το διατροφικό χρυσό, που είναι το ελαιόλαδο αλλά και όλα τα άλλα προϊόντα της ελιάς (π.χ. πάστα, ελαιάλευρα κ.λπ.)! 

Σε μια χώρα που όλοι μας γνωρίζουμε τα οφέλη της μεσογειακής διατροφής και άρα θα μπορούσαμε να «πουλήσουμε» πιο εύκολα στις αγορές του κόσμου τα προϊόντα που αποτελούν την βάση της μεσογειακής διατροφής, γιατί δεν μπορούμε να πείσουμε τις αγορές; Τι να φταίει άραγε και δεν έχουμε ανάλογα υψηλή θέση στις εξαγωγές ελαιολάδου και άλλων προϊόντων ελιάς; 

Με άλλα λόγια, γιατί δεν θέλουμε ή μάλλον καλύτερα γιατί δεν μπορούμε να μετουσιώσουμε σε επιχειρηματικό προϊόν και άρα κέρδος το ήδη γνωστό εδώ και χρόνια επιστημονικό δεδομένο: «Οι Κρητικοί χάρη στην υψηλή κατανάλωση ελαιολάδου έχουν πολύ χαμηλά ποσοστά καρδιοπαθειών αν και έχουν υψηλή χοληστερίνη»; 

ΑΕΙ και ΑΕΠ 

Πολλές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα μπορούν να δοθούν αν δούμε τα προγράμματα σπουδών στα ελληνικά ΑΕΙ. Πόσα ελληνικά πανεπιστήμια επικαιροποιούν τα προγράμματα σπουδών τους, ώστε να δίνουν τα κατάλληλα επιχειρηματικά εφόδια στους αποφοίτους τους για τον στίβο του επιχειρείν και άρα μιας καλύτερης ποιότητας ζωής απαλλαγμένης από δημοσιοϋπαλληλικές νοοτροπίες και πρακτικές; Με άλλα λόγια, τα ΑΕΙ πόσο βοηθούν στην αύξηση του ΑΕΠ; Ή μάλλον καλύτερα, πόσο θα μπορούσαν να βοηθήσουν αν δίδασκαν απλά μαθήματα επιχειρηματικής πρακτικής συνάμα με μαθήματα χημείας και τεχνολογίας τροφίμων; 

Χύμα «χρυσός» 

Ας δούμε μερικά δεδομένα σχετικά με το ελαιόλαδο: η τιμή παραγωγού σήμερα στην Ελλάδα είναι περίπου 2,5 ευρώ το λίτρο, ενώ στις αγορές της Βόρειας Ευρώπης ένα λίτρο τυποποιημένου πιστοποιημένου ελαιολάδου μπορεί να φτάσει και τα... 18 ευρώ το λίτρο (πάνω από 700% αύξηση!). Αυτή η προστιθέμενη αξία καρπώνεται όχι από τον άνθρωπο που κάνει την πιο σημαντική δουλειά (την παραγωγή!) αλλά από το μεσάζοντα, τον μεταφορέα, τον τυποποιητή και τον τελικό πωλητή. Μιλάμε για μια αλυσίδα ανθρώπων που ουσιαστικά απομυζούν ένα κέρδος που κάλλιστα θα μπορούσε να καταλήγει στις τσέπες των... παραγωγών. 

Πέρα από μεμψιμοιρίες και γκρίνιες, ιδού πεδίο δόξας λαμπρό: το χύμα ελαιόλαδο θα μπορούσε να εμφιαλώνεται και να τυποποιείται σε καθετοποιημένα ελαιουργεία/εμφιαλωτήρια εφαρμόζοντας όλες τις απαιτήσεις περί ασφάλειας τροφίμων, με καθετοποιημένη ιχνηλασιμότητα και όσα συναφή ορίζει η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί τροφίμων. Τα προϊόντα αυτά (σε μοντέρνα μπουκάλια και με ετικέτες με χρήσιμη πληροφόρηση των καταναλωτών) θα μπορούσαν να εξαχθούν σε όλο τον κόσμο αυξάνοντας το ΑΕΠ και βελτιώνοντας το ισοζύγιο εισαγωγών/εξαγωγών.

Γιατί δεν κάνουμε κάτι τέτοιο αλλά προτιμάμε να πουλάμε (ως παραγωγοί) το εξαιρετικό μας ελαιόλαδο σε Ιταλούς και Ισπανούς προς 2,5 ευρώ το λίτρο; Τον στόχο των 18 ευρώ το λίτρο πόσοι έλληνες παραγωγοί μπορούν όχι να τον πετύχουν αλλά να τον ονειρευτούν; 

Κι όμως δεν είναι κάτι δύσκολο ή φανταστικό: μικρές κατά τόπους μονάδες το έχουν κάνει ανά την Ελλάδα. Ενας από τους φοιτητές μου πριν από λίγα χρόνια το έκανε με μεγάλη επιτυχία και με πολλούς όμως κόπους. Το υπ. Ανάπτυξης θα μπορούσε άμεσα να προωθήσει προγράμματα χρηματοδότησης επενδύσεων σε αυτό τον τομέα ώστε να «στηθούν» τέτοιες μονάδες αλλά και υποστηρικτές μονάδες παραγωγής υλικών συσκευασίας. Μόνο με τέτοια πολιτική στρατηγική από το υπουργείο θα μπορούμε να υποστηρίξουμε τα ελληνικά προϊόντα και παραγωγούς, δημιουργώντας παράλληλα πολλές νέες θέσεις εργασίας αλλά και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πέρα από μνημόνια και τρόικες, η Αθηνά μάς δείχνει τον επιχειρηματικό δρόμο ακόμα και σήμερα. Το κλαδάκι της ελιάς κρύβει πολλά ευρώ, αλλά και γεύση, άρωμα κι ευμάρεια...

Χρυσοφόρος η αλόη βέρα


Πριν από 15 χρόνια, ο Ηλίας Χρονάκης φύτεψε ένα φυτό αλόης βέρα (aloe vera) ύψους μόλις δέκα εκατοστών στην περιοχή Τσούτσουρος, στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. 







Σήμερα ο 77χρονος καλλιεργητής διαθέτει 200.000 φυτά, έχει δημιουργήσει τη μοναδική φυτεία αλόης που υπάρχει στην Ελλάδα και μία από τις ελάχιστες της Ευρώπης (υπάρχουν μόνο στην Ισπανία). Παράλληλα, συζητά με ξένους υποψήφιους επενδυτές ώστε η εταιρεία του «Louis Aloe» να δημιουργήσει μονάδα επεξεργασίας αλόης και διάθεσής της εντός και εκτός Ελλάδας. 

Μηχανικός στην Αεροπορία Στρατού, ο Ηλίας Χρονάκης παραιτήθηκε στα 32 του και έφυγε στο Βανκούβερ του Καναδά για να ανοίξει συνεργείο αυτοκινήτων. Γνώρισε την αλόη από μια κρέμα που του συνέστησαν να χρησιμοποιεί για να επουλώνει τους καθημερινούς μικροτραυματισμούς και τα γδαρσίματα στα χέρια. Φύτεψε αλόη στον κήπο του στον Καναδά κι αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με την καλλιέργεια του φυτού όταν επέστρεψε στην Ελλάδα. 

«Πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με την καλλιέργεια αλόης βέρα όταν υποχρεώθηκα να πουλήσω το λάδι που έβγαζα προς 1,95 ευρώ το κιλό ενώ μου στοίχιζε 2,5 ευρώ. Θύμωσα τόσο πολύ, που πήρα μια μέρα τη μπουλντόζα και ξερίζωσα τις πιο πολλές ελιές μου. Νόμιζαν ότι τρελάθηκα. Αφησα μόνο όσες βρίσκονταν γύρω στο χωράφι για να διακρίνονται τα όρια, να βγάζω το λάδι που χρειαζόμουν και για έχουν ίσκιο οι εργάτες που θα δούλευαν για την αλόη...» εξηγεί ο Η. Χρονάκης για το πώς αποφάσισε να κάνει το καλλιεργητικό άλμα. Σε μια περιοχή όπως η Κρήτη όπου το λάδι αποτελεί σήμα κατατεθέν. 

Ο ίδιος εκθειάζει τα πλεονεκτήματα από την καλλιέργεια αλόης σε σύγκριση με άλλων καλλιεργειών όπως της ελιάς ή του αμπελιού. «Θεωρείται ο κρίνος της ερήμου, περιέχει 200 οργανικά συστατικά, χρησιμοποιείται ευρύτατα από τη φαρμακευτική βιομηχανία και χαρακτηρίζεται ελιξίριο νεότητας. Χρειάζεται ελάχιστο πότισμα και περιποίηση. Απλώς ανοίγεις το λάκκο, φυτεύεις και περιμένεις το φυτό να μεγαλώσει. Σε αντίθεση με την ελιά ή το αμπέλι από τα οποία ο καρπός μαζεύεται μόνο μια συγκεκριμένη εποχή, από την αλόη μπορείς να κόβεις φύλλα για να πάρεις το ζελέ τους οποιαδήποτε στιγμή. Οποτε υπάρχει παραγγελία, για παράδειγμα». 

Ιδανικά μέρη 

Σύμφωνα με τον κρητικό καλλιεργητή ιδανικά μέρη για να καλλιεργηθεί η αλόη είναι τα παραλιακά, όπου δεν υπάρχει παγωνιά. Για το λόγο αυτό θεωρεί ότι προσφέρονται για την καλλιέργεια περιοχές όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Μυτιλήνη, η νότια Πελοπόννησος. 

Το κόστος για την καλλιέργεια της αλόης είναι ιδιαίτερα προσιτό εκτιμά ο Η. Χρονάκης. «Σε ένα στρέμμα μπορούν να φυτευτούν έως 1.200 φυτά τα οποία κοστίζουν από 2 ευρώ για ένα φυτό 10 εκατοστών μέχρι 20 ευρώ για ένα φυτό ηλικίας ενάμισι έτους, το οποίο ύστερα από ένα χρόνο θα βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία». Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να δαπανήσει μεγάλο ποσό αφού ένα φυτό «μάνα» μπορεί να δημιουργήσει τουλάχιστον δέκα παραφυάδες μόλις συμπληρωθούν δυόμισι χρόνια, καθεμία από τις οποίες αποτελεί ένα νέο φυτό. Υπολογίστε ότι ένα φυτό φτάνει σε παραγωγική ηλικία όταν συμπληρωθούν δυόμισι χρόνια, ενώ ένα χρόνο αργότερα μπορεί κανείς να παίρνει μόνο τα φύλλα του». 

Πόσα χρήματα, όμως, μπορεί να προσδοκά κάποιος από μια τέτοια καλλιέργεια; Σύμφωνα με τον Η. Χρονάκη, όταν το φυτό φτάσει σε παραγωγική ηλικία ώστε να μπορούν να κοπούν τα φύλλα του (σε ηλικία τρισήμισι ετών) ο καλλιεργητής μπορεί να πάρει 15-20 φύλλα από τα οποία παίρνει περί τα 10 κιλά ζελέ (χυμό) αλόης. Η τιμή του χυμού στην αγορά φτάνει τα 10-15 ευρώ το κιλό ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες προσφέρουν έως και 200 ευρώ το κιλό για προϊόν με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. 

Η συγκεκριμένη αγορά θεωρείται ιδιαίτερα δυναμική, καθώς υπολογίζεται ότι το 25% των φαρμακευτικών σκευασμάτων που κυκλοφορούν παγκοσμίως περιλαμβάνουν και αλόη. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι εισάγονται κατά μέσο όρο από τη Γερμανία περί τους 5 τόνους χυμού αλόης την ημέρα. Παρά το δυναμισμό της συγκεκριμένης καλλιέργειας, ωστόσο φαίνεται πως αντιμετωπίζεται ακόμα ως εξωτικό φρούτο από τις αρμόδιες υπηρεσίες. «Πενήντα τηλέφωνα έκανα αλλά άκρη δεν βρήκα. Δεν υπάρχει υπηρεσία στην Ελλάδα η οποία να μπορεί να πιστοποιήσει αν ο χυμός της αλόης είναι ή όχι τοξικός, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συσκευασία της. Υποχρεωθήκαμε να αναζητήσουμε πληροφορίες στο εξωτερικό...» λέει χαρακτηριστικά ο Η. Χρονάκης.

Ο κρητικός καλλιεργητής, ωστόσο, βρίσκεται αυτό το διάστημα σε επαφή με ενδιαφερόμενους ξένους επενδυτές, οι οποίοι αναζητούν φυτείες αλόης και στοχεύει να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία μονάδας επεξεργασίας του φυτού. 

Π.Δ.ΥΦΑΝΤΗΣ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=25/09/2011&id=312546