Ο Βενιζέλος με τον Γεραπετρίτη συνεργάτη του μετά την απόπειρα του 1933
Ο τραγικός Α. Μαμουνάκης, γραμματέας της Φιλελεύθερης Νεολαίας, που δολοφονήθηκε το 1935
Μια φωτογραφία που αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το κλίμα της εποχής και των όσων φοβερών είχαν εξελιχθεί μόλις λίγες ώρες πριν. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με σκεπτικό ύφος, χωρίς το γνωστό του χαμόγελο, και γύρω του πρόσωπα επίσης σκεπτικά και θλιμμένα.
Το βράδυ της 6ης Ιουνίου, γύρω στις 10 το βράδυ, ο εθνάρχης είχε δεχτεί δολοφονική επίθεση στην Κηφισιά, καθώς επέστρεφε με τη σύζυγό του Έλενα και τη συνοδεία της φρουράς του. Ο ίδιος δεν έπαθε τίποτε, όμως σκοτώθηκε ο φρουρός του Ιωάννης Μαρκάκης και τραυματίστηκαν η Έλενα Βενιζέλου και ο οδηγός του αυτοκινήτου Ιωάννης Νικολάου. Αυτή ήταν μια από τις δύο πολύ σοβαρές απόπειρες κατά της ζωής του Βενιζέλου. Είχαν προηγηθεί και άλλες, με σοβαρότερη του 1920 στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών.
Η φωτογραφία που δημοσιεύομε έχει ληφθεί την επόμενη της απόπειρας της 6ης Ιουνίου 1933. Ο Βενιζέλος είναι, πιθανότατα, στο γραφείο του, μαζί με στελέχη της Φιλελεύθερης Νεολαίας, ασφαλώς στενοχωρημένος από τα τραγικά γεγονότα της προηγούμενη νύκτας, τα οποία ήταν το αποκορύφωμα μιας ακόμη ανώμαλης περιόδου για την Ελλάδα. Ήταν αρχηγός της αντιπολίτευσης και είχε προηγηθεί το κίνημα του Πλαστήρα εναντίον της κυβέρνησης των Λαϊκών. Στην απόπειρα του Ιουνίου του 1933 πολλοί είχαν κατηγορήσει ως καθοδηγητή τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά, βουλευτή των Λαϊκών τότε. Ο Μεταξάς, τελικά, ουδέποτε κατηγορήθηκε για την απόπειρα, αλλά ακόμη κι εκείνοι που κατηγορήθηκαν δεν καταδικάστηκαν.
Ο Α. Μαμουνάκης
Στο πλάι και αριστερά του Βενιζέλου ο νεαρός με το ριγέ κοστούμι είναι μια τραγική μορφή. Πρόκειται για το δικηγόρο Αντώνιο Μαμουνάκη, από την Ιεράπετρα, γραμματέα της Νεολαίας των Φιλελευθέρων, ένα από τα πιο έμπιστα πρόσωπα και στενούς συνεργάτες του Βενιζέλου.
Ο Αντώνιος Χαραλάμπους Μαμουνάκης, αδελφός του γνωστού αρχίατρου και οφθαλμίατρου στο Ηράκλειο Εμμανουήλ Μαμουνάκη, ήταν το μεγαλύτερο από τα 12 παιδιά της οικογένειάς του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και διακρίθηκε για τη σεμνότητα, την ευφυΐα και τις γνώσεις του. Γι αυτό και ο εθνάρχης τον είχε επιλέξει ως έναν από τους στενούς του συνεργάτες.
Ο Αντώνιος Μαμουνάκης, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας έδωσε η συγγενής εκπαιδευτικός κ. Άννα Εμμ. Μαμουνάκη, η οποία μας παρέδωσε και τη φωτογραφία, λίγο αργότερα δέχτηκε ο ίδιος δολοφονική απόπειρα στο Χαλάνδρι. Το περιστατικό κατέγραψαν οι εφημερίδες της εποχής, σημειώνοντας:
“ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥ
ΕΙΣ ΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ
Εν Χαλανδρίω χθες περί ώραν 8ην μ.μ. έλαβε χώραν δολοφονική απόπειρα κατά του εκεί διεμένοντος δικηγόρου Αντων. Μαμουνάκη γενικού γραμματέως της Φιλελευθέρας Νεολαίας, υπό τας ακολούθους συνθήκας. Ενώ ο κ. Μαμουνάκης μετέβαινεν εις την οικίαν του, δύο άγνωστοι επλησίασαν αυτόν και χωρίς καν να του αποτείνουν τον λόγον, ώστε να λάβη τον καιρόν να αμυνθή, του κατέφεραν αλλεπάλληλα κτυπήματα διά των γρόνθων των εις το πρόσωπον. Ούτος όμως είχε την ψυχραιμίαν και ετοιμότητα να συρθή όπισθεν και να λάβη στάσιν αμύνης, τούτο δε αντιληφθέντες οι άγνωστοι και νομίσαντες προφανώς ότι ο κ. Μαμουνάκης έφερεν όπλον ετράπησαν εις φυγήν εξαφανισθέντες χωρίς να δυνηθή λόγω του επικρατούντος σκότους να αντιληφθή τα χαρακτηριστικά των”.
Όπως μας πληροφορεί ακόμη η κ. Άννα Μαμουνάκη, ο Αντώνιος πέθανε στις 9 Μαΐου 1935, βαρύτατα τραυματισμένος στο στήθος και τους πνεύμονες, μετά από νέα δολοφονική επίθεση που δέχτηκε σε μια ακόμη περίοδο πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα, μετά το κίνημα των βενιζελικών, που ξέσπασε την 1η Μαρτίου 1935.
Μέχρι τώρα σας παρουσίασα τα κατορθώματα των τουριστών στα Μάλια. Νομίζω ότι είναι καιρός να γνωρίσουμε καλλίτερα τα Μάλια και την ιστορία τους.
Σαν οδηγό μας στο πρώτο αυτό ταξίδι γνώσης, σχετικά με το ανακτορικό συγκρότημα των Μαλίων, θα χρησιμοποιήσουμε τις σελίδες του Υπουργείου Πολιτισμού που είναι αφιερωμένες στην ιστορική πορεία της περιοχής μας και ειδικότερα του συγκεκριμένου ανακτόρου . Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το πρώτο ΙΣΤΟΡΙΚΟ της περιοχής μας.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Η παρουσία του ανθρώπου στα Μάλια κατά την Νεολιθική εποχή (6000-3000 π.Χ.) μαρτυρείται μόνο από όστρακα (τμήματα πήλινων αγγείων). Η κατοίκηση στην περιοχή υπήρξε συνεχής από τα μέσα της 3ης χιλιετίας ως το τέλος της προϊστορίας. Εντοπίσθηκαν σπίτια προανακτορικού οικισμού (2500-2000 π.Χ) κάτω από το ανάκτορο και ταφές της ίδιας εποχής κοντά στη θά
λασσα.
Γύρω στα 2000-1900 π.Χ. πρωτοκτίζεται το ανάκτορο. Ο ήδη ισχυρός οικισμός, από τον οποίο σώζονται συνοικίες γύρω από το ανάκτορο, μετατρέπεται σε ανακτορικό κέντρο-πόλη. Το ανάκτορο καταστρέφεται γύρω στα 1700 π.Χ και ανοικοδομείται γύρω στα 1650 π.Χ., στην ίδια θέση και με το ίδιο βασικό σχέδιο του παλιού, ενώ λίγες αλλαγές έγιναν 50 χρόνια αργότερα. Η καταστροφή του νέου ανακτόρου σημειώθηκε την ίδια εποχή με την καταστροφή των άλλων μινωικών κέντρων, στα 1450 π.Χ. περίπου.
Μικρή περίοδος ανακατάληψης υπήρξε τον 14ο-13ο αιώνα π.Χ. Στην περιοχή "Μάρμαρα" υπάρχουν εκτεταμένα ερείπια οικισμού ρωμαϊκών χρόνων και βασιλική του 6ου αιώνα.
Ο Αγγλος ναύαρχος Th. Spratt που ταξίδεψε στην Κρήτη στα μέσα του 19ου αιώνα αναφέρει την εύρεση φύλλων χρυσού στη θέση "Ελληνικό Λιβάδι". Ο Ιωσήφ Χατζηδάκης ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές το 1915, στο λόφο "΄Αζυμο" αποκαλύπτοντας το νότιο μισό της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου και τάφους στην παραλία, αλλά διέκοψε τις εργασίες. Τελικά η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ανέλαβε και διεξήγαγε τις ανασκαφές, οι οποίες με διακοπές συνεχίζονται έως και σήμερα στο ανάκτορο, τις συνοικίες της πόλης και τις νεκροπόλεις της παραλίας. Οι σχετικές με τις ανασκαφές δημοσιεύσεις και μελέτες υπάρχουν στη σειρά ETUDES CRETOISES από το 1928, ενώ ολοκληρωμένες δημοσιεύσεις έκαναν οι Η. Van Effenterre και O. Pelon. Τα ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο Μουσείο Ηρακλείου ενώ μερικά άλλα βρίσκονται στο Μουσείο Αγίου Νικολάου.
http://www.culture.gr/h/3/gh351.jsp?obj_id=2385
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Τα σημαντικότερα μνημεία και αρχιτεκτονικά σύνολα των Μαλίων είναι:
Το μεγαλύτερο μέρος των ορατών σήμερα ερειπίων ανήκει στο νεοανακτορικό συγκρότημα, ενώ από το πρώτο ανάκτορο σώζεται τμήμα στα ΒΔ του συγκροτήματος και από την μετανακτορική εποχή ένα μικρό "λοξό" κτίσμα στη βόρεια αυλή. Η πρόσβαση σήμερα στο ανάκτορο γίνεται από την πλακόστρωτη δυτική αυλή, την οποία διασχίζουν ελαφρά υπερυψωμένοι διάδρομοι, οι λεγόμενοι "πομπικοί δρόμοι". Σε κάθε πλευρά του συγκροτήματος ανοίγονταν είσοδοι, κυριότερες όμως ήταν αυτές της βόρειας και νότιας πτέρυγας. Το ανάκτορο οργανώνεται γύρω από την κεντρική αυλή, που είχε στοές στη βόρεια και ανατολική πλευρά της και ένα βωμό στο κέντρο της.
Tο σημαντικότερο και μεγαλύτερο τμήμα του ανακτόρου είναι η διόροφη δυτική πτέρυγα που περιλάμβανε χώρους ιερούς και επίσημους αλλά και εκτεταμένες αποθήκες. Σημαντικότεροι χώροι είναι η Loggia αίθουσα υπερυψωμένη, ανοιχτή προς την αυλή, μεγαλοπρεπής, που μαζί με τα δωμάτια στα δυτικά της σχετίζεται με τελετουργίες, η "κρύπτη των πεσσών" με τον προθάλαμό της που κι αυτή είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, και ανάμεσά τους το μεγάλο κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον όροφο. Μια ακόμα μεγάλη κλίμακα που χρησίμευε ίσως και σαν θεατρικός χώρος βρίσκεται στα ΝΔ της κεντρικής αυλής, δίπλα στον περίφημο κέρνο των Μαλίων.
Στη νότια πτέρυγα, που ήταν κι αυτή διόροφη, περιλαμβάνονται χώροι κατοικίας ή φιλοξενίας, μικρό ιερό και η μνημειώδης πλακόστρωτη νότια είσοδος του ανακτόρου που οδηγούσε κατ' ευθείαν στην κεντρική αυλή.
Τη ΝΔ γωνία του ανακτορικού συγκροτήματοςκαταλαμβάνουν οκτώ κυκλικές κατασκευές που χρησίμευαν για την αποθήκευση σιτηρών (σιτοβολώνες).
Την ανατολική πτέρυγα καταλαμβάνουν σχεδόν εξ' ολοκλήρου αποθήκες υγρών με πεζούλια, όπου τοποθετούνται οι πίθοι και σύστημα αυλακιών και συλλεκτήρων.
Πίσω από τη βόρεια στοά της κεντρικής αυλής βρίσκεται η υπόστυλη αίθουσα και ο προθάλαμός της. Οι χώροι αυτοί στήριζαν στον όροφο αίθουσα ίδιων διαστάσεων που αναγνωρίσθηκε ως αίθουσα τελετουργικών συμποσίων. Δυτικά των χώρων αυτών, πλακόστρωτος διάδρομος συνδέει την κεντρική αυλή με τη βόρεια, η οποία περιβάλλεται από εργαστήρια και αποθήκες, και τη ΒΔ αυλή ή αυλή του πύργου. Δυτικά απ' αυτήν εκτείνονται οι επίσημοι χώροι που στο κέντρο έχουν την αίθουσα ακροάσεων με τα τυπικά μινωικά πολύθυρα και, πίσω απ΄αυτήν, την δεξαμενή καθαρμών.
Γύρω από το ανάκτορο εκτείνεται η μινωική πόλη, από τις σημαντικότερες της Κρήτης.Βόρεια της δυτικής αυλής βρίσκεται η δυσερμήνευτη "υπόστυλη κρύπτη", που σχετίσθηκε με τα πρυτανεία των Ελληνικών χρόνων και η αγορά. Συνοικίες και μεμονωμένα σπίτια της πόλης έχουν ήδη ανασκαφεί, με σημαντικότερη τη συνοικία Ζ, τις οικίες Ε, Δα και Δβ και τη σημαντικότατη συνοικία Μ, που ανήκει στην εποχή των πρώτων ανακτόρων, καταλαμβάνει έκταση 3000 τ.μ. περίπου και αποτελεί το σπουδαιότερο σύνολο της παλαιοανακτορικής εποχής στην Κρήτη. Χώροι τελετουργικοί, επίσημοι, αποθηκευτικοί, παρασκευαστήρια και διάφορα εργαστήρια αναγνωρίσθηκαν στα ασυνήθιστα εκτεταμένα κτήρια της συνοικίας αυτής, που φαίνεται πως διατηρούσε λειτουργίες παράλληλες με αυτές του ανακτόρου.
Κοντά στη βόρεια ακτή, ΒΑ του ανακτόρου, ανασκάφηκε η Παλαιοανακτορική νεκρόπολη με σημαντικότερο το μεγάλο ταφικό συγκρότημα του Χρυσόλακκου, στο οποίο βρέθηκε το περίφημο χρυσό κόσμημα των μελισσών.
http://www.culture.gr/h/3/gh352.jsp?obj_id=2385
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Στην μικρή παραλιακή πεδιάδα και στη βόρεια ακτή της, στους πρόποδες της οροσειράς της Σελένας, πάνω σε χαμηλό βραχώδες έξαρμα ορθώνεται το ανάκτορο των Μαλίων σε καίρια γεωγραφική θέση. Κοντά στο ανάκτορο πρέπει να βρισκόταν ένα σημαντικό λιμάνι κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Εκτός του στοιχείου αυτού, μεγάλη σημασία αποκτά το ανάκτορο και λόγω του μεγέθους του (7500 τ.μ.), το τρίτο σε μέγεθος μινωικό ανάκτορο της Κρήτης. Το αρχαίο όνομα είναι σήμερα άγνωστο, ωστόσο έχει υποτεθεί ότι στη θέση αυτή βρισκόταν η Μίλατος με βασιλιά το Σαρπηδώνα, γιο του Δία και της Ευρώπης και νεότερο αδερφό του Μίνωα. Το ανάκτορο χτίστηκε για πρώτη φορά το 1900 π.Χ. σε θέση, όπου διαπιστώθηκε και παλαιότερη κατοίκηση, και καταστράφηκε το 1700 π.Χ. μαζί με τα άλλα ανακτορικά κέντρα. Ξαναχτίστηκε γύρω στο 1650 π.Χ. στην ίδια θέση, για να καταστραφεί και πάλι το 1450 π.Χ. Την τελική αυτή καταστροφή ακολούθησε μικρή περίοδος ανακατάληψης. Η καίρια θέση του διευκόλυνε τόσο την επαφή με την εύφορη ενδοχώρα, όσο και τις εμπορικές δραστηριότητες στη θάλασσα. Σε μικρή απόσταση από αυτό βρίσκεται η νεκρόπολη του Χρυσόλακκου και το ιερό κορυφής του Προφήτη Hλία.
Το ανάκτορο κατασκευάστηκε τη Μεσομινωική περιόδο (γύρω στο 1900 π.Χ.). Δύο κύριες οικοδομικές φάσεις έχουν ανιχνευθεί, οι οποίες καθορίζουν και την ιστορία του. Η πρώτη είχε διάρκεια ζωής δύο αιώνων. Γύρω στο 1700 π.Χ. επήλθε η καταστροφή του. Πενήντα χρόνια αργότερα κτίστηκε νέο ανάκτορο (περίπου 1650 π.Χ.), πάνω στα ερείπια του παλιού, το οποίο φαίνεται ότι ακολούθησε σε γενικές γραμμές το σχέδιό του και τα ερείπια του οποίου σώζονται σήμερα. Η τελική καταστροφή του επήλθε γύρω στο 1450 π.Χ. και έγινε από πυρκαγιά. Το αν οι αιτίες καταστροφής ανάγονται σε πολεμικές συγκρούσεις ή φυσικές καταστροφές αποτελούν ακόμη θέμα συζητήσεων στην επιστημονική κοινότητα. Το ανάκτορο αποτελούσε το κέντρο ολόκληρης της αστικής περιοχής. Οι διάφορες συνοικίες της μινωικής πόλης εκτείνονται σε μικρή απόσταση από αυτό. Η πόλη, η ονομασία της οποίας δεν είναι γνωστή, περικλειόταν από τείχος. Τα νεκροταφεία της πόλης εντοπίζονται στα βόρεια, δίπλα στην παραλία. Υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης και ενός παράλιου ρωμαϊκού οικισμού και μιας βυζαντινής βασιλικής.
Το μεγαλύτερο μέρος των ορατών σήμερα ερειπίων ανήκει στο νεοανακτορικό συγκρότημα, ενώ από το πρώτο ανάκτορο σώζεται τμήμα του στα βορειοδυτικά του συγκροτήματος και από τη μετανακτορική εποχή ένα μικρό «λοξό» κτίσμα στη βόρεια αυλή. Η πρόσβαση στο ανάκτορο γίνεται σήμερα από την πλακόστρωτη δυτική αυλή, την οποία διασχίζουν ελαφρά υπερυψωμένοι διάδρομοι, οι λεγόμενοι «πομπικοί δρόμοι». Σε κάθε πλευρά του συγκροτήματος ανοίγονταν είσοδοι, κυριότερες όμως ήταν αυτές της βόρειας και της νότιας πτέρυγας. Το ανάκτορο των Μαλίων χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη κεντρική αυλή, το επίκεντρο του συγκροτήματος, τα κλιμακοστάσια, τους φωταγωγούς, τα πολύθυρα, τις μνημειακές προσόψεις και τον καθορισμό κάθε πλευράς για συγκεκριμένες λειτουργίες. Η κεντρική αυλή του, διαστάσεων 48 x 23 μ., αποτελεί κατάλοιπο του παλιού ανακτόρου. Στο κέντρο της υπάρχει βωμός. Η αυλή διέθετε μνημειώδη όψη με δύο στοές στη βόρεια και ανατολική πλευρά της και ένα βωμό στο κέντρο της. Η ανατολική στοά είχε ξύλινους και λίθινους πεσσούς, τυπικό χαρακτηρηστικό μινωικής αρχιτεκτονικής.
Η κύρια όψη του ανακτόρου ήταν η δυτική, η οποία διέθετε δεύτερο όροφο με μνημειώδη χαρακτήρα. Στέγαζε τα ιερά, τα βασιλικά και τα επίσημα διαμερίσματα, αποθηκευτικούς χώρους και σιτοβολώνες. Στο κεντρικό τμήμα της αναπτύσσονται τα επίσημα διαμερίσματα. Σημαντικό ρόλο έπαιζε ένα δωμάτιο που έβλεπε στην κεντρική αυλή, διέθετε έναν πεσσό στην είσοδο και πίσω του τέσσερα σκαλοπάτια, τη λεγόμενη «λότζια», αίθουσα υπερυψωμένη και ανοιχτή προς την αυλή, όπου τελούνταν θρησκευτικές τελετές. Στο πίσω μέρος της βρισκόταν το θησαυροφυλάκιο, όπου βρέθηκε ένα μεγαλόπρεπο ξίφος με επίχρυση λαβή και ο γνωστός λίθινος τελετουργικός πέλεκυς σε σχήμα πάνθηρα.
Αμέσως νότια της «λότζιας» υπάρχει μεγάλο κλιμακοστάσιο (σήμερα σώζονται έντεκα σκαλοπάτια). Λίγο νοτιότερα ανοίγει μια μεγάλη αίθουσα, η οποία ήταν ένας σημαντικός ιερός χώρος. Ο ιερός αυτός χώρος επικοινωνούσε με μια πλακόστρωτη υπόστυλη κρύπτη με πεσσούς στο κέντρο της, ακόμη μια αίθουσα θρησκευτικών τελετουργιών. Ακόμη νοτιότερα υπάρχει μια μεγάλη κλίμακα, από την οποία διατηρούνται τέσσερα σκαλοπάτια και πιθανόν οδηγούσε στις αίθουσες του πάνω ορόφου. Πρέπει όμως να χρησίμευε και ως καθίσματα για τις εκδηλώσεις που τελούνταν στην αυλή, κάτι αντίστοιχο των θεατρικών χώρων των άλλων ανακτόρων. Εκεί βρέθηκε και ο λίθινος «κέρνος» των Μαλίων. Στο βόρειο τμήμα της δυτικής πλευράς βρίσκεται η περιοχή των βασιλικών διαμερισμάτων. Στο κέντρο του τμήματος αυτού βρίσκται μια ωραία πλακόστρωτη αίθουσα («αίθουσα υποδοχής» ή «μέγαρον») με τα τυπικά μινωικά πολύθυρα.
Η ανατολική πτέρυγα αποτελείται από μακρόστενους αποθηκευτικούς χώρους, αποθήκες υγρών με πεζούλια, όπου τοποθετούνταν οι πίθοι, και σύστημα αυλακιών και συλλεκτήρων. Στη νότια πτέρυγα, που κι αυτή ήταν διώροφη, υπάρχουν χώροι κατοικίας ή φιλοξενίας, μικρό ιερό και η μνημειώδης πλακόστρωτη νότια είσοδος του ανακτόρου, που οδηγούσε κατευθείαν στην κεντρική αυλή. Τη νοτιοδυτική γωνία του ανακτορικού συγκροτήματος καταλαμβάνουν οκτώ κυκλικές κατασκευές που χρησίμευαν για την αποθήκευση σιτηρών (σιτοβολώνες). Πίσω από τη βόρεια στοά της κεντρικής αυλής βρίσκεται η υπόστυλη αίθουσα και ο προθάλαμός της. Δυτικά των χώρων αυτών πλακόστρωτος διάδρομος συνδέει την κεντρική αυλή με τη βόρεια, η οποία περιβάλλεται από εργαστήρια και αποθήκες, και η βορειοδυτική αυλή ή «αυλή του πύργου». Δυτικά της τελευταίας εκτείνονται οι επίσημοι χώροι. Στο κέντρο βρίσκεται η αίθουσα ακροάσεων με τα τυπικά μινωικά πολύθυρα και πίσω από αυτήν η δεξαμενή καθαρμών.
Η πρώτη ανασκαφή στην περιοχή του ανακτόρου έγινε από τον Ιωσήφ Χατζιδάκη το 1915, ο οποίος λόγω έλλειψης χρημάτων αναγκάστηκε ν α διακόψει τις έρευνές του. Η αποκάλυψη του ανακτόρου και μεγάλου τμήματος της πόλης οφείλεται όμως κατά κύριο λόγο στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (υπεύθυνος ο F. Chapouthier). Οι ανσκαφές συνεχίζονται ακόμη και σήμερα.